«Πάνω στὰ κατάρτια τῶν βαρβαρομάχων καραβιῶν τῆς Πόλης κυμάτιζαν τὰ χρυσὰ λάβαρα τῆς Παναγίας, ποὺ ἦταν γιὰ τὸ χριστιανικὸ Κράτος στρατηλάτης μαζi καὶ πολέμαρχος, σὰν τὴν Ἀθηνᾶ. Πρὸς Αὐτήν, πρὸς τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό, ἀποτείνεται τὸ θαυμάσιο βυζαντινὸ τροπάριο, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι ὁ ἐθνικὸς ὕμνος τοῦ ἀγωνιστικοῦ Βυζαντίου. Καὶ σὰν ἐθνικό μας ὕμνο ἔπρεπε νὰ τὸ κρατήσει καὶ ἡ ἀπελευθερωμένη Ἑλλάδα τοῦ 21 […]. Δεῖτε ὅμως. Αὐτὸ ποὺ δὲν ἔκανε τὸ μεταεπαναστατικὸ Κράτος τὸ ἔκαμε μόνος του ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἔτσι, κάθε φορὰ ποὺ κάποιο μεγάλο ἐθνικὸ γεγονὸς τρικυμίζει στὴν ψυχή μας, τὸ βυζαντινὸ τροπάριο αὐθόρμητα ἀνεβαίνει στὰ χείλη μας καὶ σμίγει μὲ τοὺς στίχους τοῦ Σολωμοῦ […] Καὶ προχτὲς ἀκόμα, ὅταν ἡ Ἑλλάδα ἔκαμε τὸ θαῦμα τοῦ 40-41, οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες ἔνιωθαν τὴν Ὑπέρμαχο τοῦ Βυζαντίου νὰ πολεμᾶ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν τοὺς κτηνώδεις ἐπιδρομεῖς. Πῆγα καὶ τοὺς εἶδα, ἐκεῖ στὰ χιονισμένα βουνὰ τῆς Ἀλβανίας, αὐτοὺς τοὺς νεαροὺς ἥρωες τῶν ἡμερῶν μας καὶ ὅλοι εἶχαν κρεμασμένη στὸ στῆθος, στὸν ὀρθοστάτη τοῦ παγωμένου τους ἀντίσκηνου τὴν εἰκόνα τῆς Βυζαντινῆς Ὑπερμάχου. Σὰν νὰ ἦταν ὄχι πολεμιστὲς τοῦ Γεωργίου τοῦ Β´, ἀλλὰ τοῦ Τσιμισκῆ, τοῦ Βασιλείου τοῦ Βουλγαροκτόνου ἢ τοῦ τελευταίου Παλαιολόγου. Ὡς αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἡ Ἐθνική μας ὑπόσταση εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν Ὀρθοδοξία τῆς Πόλης. Καὶ ἦταν πολὺ φυσικό.» 30 May, 2019 0 21