Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

«Μακράν από Σε, φιλτάτη Πατρίς, το φάσμα των φατριών».
«Δεν μετράς καλά, φιλόσοφε. Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε ματαβρεί (Ιωάννη Καποδίστρια). Και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα…».
Τα παραπάνω λόγια, αποδιδόμενα στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη χρόνια 9 ολόκληρα χρόνια μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, φέρουν το βάρος της ωριμότητας και της επίγνωσης. Εκφράζουν έναν άνθρωπο που έζησε την Επανάσταση από την απαρχή της, συμμετείχε στη συγκρότηση της πολιτικής εξουσίας και βρέθηκε μάρτυρας και βασικό μέρος μιας από τις βαθύτερες τραγωδίες του νεοελληνικού κράτους.
Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης γεννήθηκε το 1765 στην Αρεόπολη, σε μια Μάνη που διατηρούσε ιδιότυπη αυτονομία μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ως μπέης της Μάνης από το 1815, διαχειρίστηκε με πολιτική ευστροφία τις εύθραυστες ισορροπίες ανάμεσα στην Υψηλή Πύλη και τις μανιάτικες οικογένειες, προετοιμάζοντας σιωπηρά το έδαφος για την Επανάσταση. Η ένταξή του στη Φιλική Εταιρεία επισφράγισε την επιλογή του να συνδέσει το προσωπικό του κύρος με το συλλογικό αίτημα της ελευθερίας.
Στις 17 Μαρτίου 1821, στην Αρεόπολη, υψώθηκε αρχικά το λάβαρο της Επανάστασης και λίγες ημέρες αργότερα οι Μανιάτες, υπό την ηγεσία του, εισήλθαν στην Καλαμάτα, εγκαθιδρύοντας την πρώτη επαναστατική διοίκηση. Ο Πετρόμπεης ανέλαβε πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και αργότερα πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος, συμμετέχοντας ενεργά στη διαμόρφωση των πρώτων θεσμών του Αγώνα. Παράλληλα, βρέθηκε στα κρίσιμα γεγονότα της πολιορκίας και άλωσης της Τριπολιτσάς, σε μια περίοδο όπου η στρατιωτική νίκη συνυπήρχε με τη διοικητική αβεβαιότητα.
Μετά την απελευθέρωση και την επίσημη άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια το 1828, το ελληνικό ζήτημα εισήλθε σε νέα φάση. Ο Κυβερνήτης επεδίωξε τη συγκρότηση ισχυρού, συγκεντρωτικού κράτους, τον περιορισμό της τοπικής εξουσίας και την επιβολή διοικητικής πειθαρχίας. Οι πολιτικές αυτές προσέκρουσαν σε καθιερωμένες δομές ισχύος και σε οικογένειες που είχαν διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση. Η ένταση με τους Μαυρομιχαλαίους οξύνθηκε, με αποκορύφωμα τη φυλάκιση του Πετρόμπεη και συγγενών του.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 (9 Οκτωβρίου με το νέο ημερολόγιο), ο Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο από τον Κωνσταντίνο και τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Το γεγονός συγκλόνισε την Ελλάδα και την Ευρώπη, αποδυναμώνοντας καθοριστικά το νεοσύστατο κράτος. Ο Πετρόμπεης δεν συμμετείχε ενεργά στην πράξη (ωστόσο λέγεται ότι είχε δώσει την εντολή), όμως το οικογενειακό και πολιτικό βάρος της δολοφονίας τον ακολούθησε ως στίγμα και ως τραύμα μέχρι το τέλος του βίου.
Τα χρόνια που ακολούθησαν υπήρξαν περίοδος σιωπής και αναστοχασμού. Μετά την έλευση του Όθωνα, ο Πετρόμπεης αποκαταστάθηκε πολιτικά, διορίστηκε αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας και αργότερα γερουσιαστής. Η στάση του χαρακτηριζόταν πλέον από μετριοπάθεια και διάθεση συνεννόησης, σε μια Ελλάδα που πάλευε να επουλώσει τα τραύματα του διχασμού.
Η Πολιτική του Διαθήκη, δημοσιευμένη δεκαετίες αργότερα, αποτελεί τεκμήριο πολιτικής ωριμότητας. Εκεί, αναγνωρίζοντας τις αδικίες, τις συγκρούσεις και τα πάθη της εποχής του, άφησε ως παρακαταθήκη την επίκληση:
«Μακράν από Σε, φιλτάτη Πατρίς, το φάσμα των φατριών».
Η φράση αυτή συνοψίζει μια ολόκληρη εμπειρία ζωής και αποτελεί ένα τρανό συμπέρασμα αντλημένο από αίμα, απώλειες και ιστορικά λάθη. Στη σημερινή εποχή, όπου οι κοινωνίες δοκιμάζονται ξανά από διχασμούς, εύκολες καταγγελίες και εσωτερικές αντιπαραθέσεις, η διαδρομή του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη υπενθυμίζει ότι η ελευθερία απαιτεί πολιτική ευθύνη και ιστορική μνήμη.
Το βάρος του αθώου αίματος, που τον στοίχειωσε, μετατρέπεται έτσι σε σιωπηλή διδασκαλία: Η Ιστορία δεν τελειώνει με τη νίκη, αλλά συνεχίζεται στη διαχείριση της ειρήνης. Και εκεί δοκιμάζονται, ίσως περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, οι συνειδήσεις των ανθρώπων.
✍ Στυλ. Καβάζης
ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
«Πατρίς μου, επί του Ιωάννου Καποδιστρίου άπασα η οικογένειά μου και οι περί αυτήν εδοκίμασαν αδίκους καταδρομάς, περιφρονήσεις, φιλακισμούς. Εις τούτο δεν θέλω ούτε εις εμέ ανήκει να δικαιώσω εμαυτόν· κρίνουσι περί τούτου οι απαθείς Έλληνες, και εις αιώνας θέλει κρίνει η αμερόληπτος ιστορία. Τας παραλόγους περιφρονήσεις και τους αδίκους φιλακισμούς υπέφερα με στοϊκήν απάθειαν», ανέφερε περιγράφοντας την αντιμετώπισή του από τον Κερκυραίο κυβερνήτη.
Στην κατηγορία του Καποδίστρια πως «είκοσι πέντε είσθε οι φθορείς του έθνους», ο Μαυρομιχάλης απάντησε: «Αλλ’ αυτούς τους φθορείς εξοχώτατε […] ηκολούθησαν όλ’ οι Έλληνες, και κατεπολέμησαν τους τυράννους των, και απετείναξαν τον ζυγόν των». Φαίνεται πως συμφωνούσε και εκείνος με την άποψη του Κανέλλου Δεληγιάννη πως οι κεφαλές της εξουσίας στην προεπαναστατική Ελλάδα κίνησαν τον μηχανισμό για τη μαζική συμμετοχή των Ελλήνων στην Επανάσταση.
Στην κηδεία του Πετρόμπεη, στις 18 Ιανουαρίου 1848, παρευρέθηκαν όλες οι σημαίνουσες προσωπικότητες του Ελληνικού Βασιλείου. Αναγνωρίζοντας την προσφορά του στην πατρίδα, ο Όθωνας κήρυξε πενθήμερο πένθος «διά τον αποβιώσαντα Αντιστράτηγον κ. Π. Μαυρομιχάλην».


