Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Στις 5 Ιανουαρίου του 1867, στην Πάτρα, μία από τις πλέον ζωντανές αστικές και πνευματικές εστίες του νεοελληνικού κράτους, γεννιέται ο Δημήτριος Γούναρης. Η ζωή και η πορεία του θα ταυτιστούν με τις εντάσεις, τα οράματα και τις τραγωδίες της Ελλάδος των αρχών του 20ού αιώνα μιας χώρας που αγωνιζόταν να ορίσει τη θέση της στον κόσμο, συχνά με τίμημα ακόμη και τη ίδια την συνοχή της.
Ο Γούναρης ανήκε αναμφισβήτητα σε μια σπάνια κατηγορία πολιτικών, για τους οποίους η γνώση δεν υπήρξε απλώς εφόδιο, αλλά θεμέλιο πολιτικής πράξης. Μετά την αποφοίτησή του από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνέχισε τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια του Μονάχου, της Χαϊδελβέργης, της Γοτίγγης, των Παρισίων και του Λονδίνου, εμβαθύνοντας στη νομική επιστήμη, την πολιτική οικονομία και τις κοινωνικές θεωρίες της εποχής.
Η ευρωπαϊκή του παιδεία, σε συνδυασμό με την άριστη γνώση των ξένων γλωσσών, τον κατέστησε έναν από τους πλέον καλλιεργημένους Έλληνες πολιτικούς. Στη Βουλή των Ελλήνων ξεχώρισε γρήγορα για τη ρητορική του δεινότητα, τη λογική, αυστηρότητα και τη θεσμική του σκέψη, κερδίζοντας τον σεβασμό φίλων και αντιπάλων.
Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Αχαΐας το 1902. Από τα πρώτα του βήματα αντιτάχθηκε στον παλαιοκομματισμό, προτάσσοντας την ανάγκη θεσμικής αναμόρφωσης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Ως Υπουργός Οικονομικών το 1908, εισηγήθηκε μέτρα πρωτοφανή για την εποχή φορολόγηση των ανωνύμων εταιρειών, υποχρεωτική δημοσίευση ισολογισμών, περιορισμό της οικονομικής αυθαιρεσίας και ενίσχυση της διαφάνειας.
Παράλληλα, υπήρξε από τους πρώτους που έθεσαν στη δημόσια συζήτηση την ανάγκη κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων, εισάγοντας στη θεσμική σκέψη του κράτους την έννοια της κοινωνικής ασφάλισης, πολύ πριν αυτή λάβει τη μορφή οργανωμένου συστήματος.
Το 1915, σε μια περίοδο εξαιρετικής διεθνούς και εσωτερικής έντασης, ο Δημήτριος Γούναρης αναλαμβάνει για πρώτη φορά την πρωθυπουργία. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ήδη διχάσει βαθιά την ελληνική κοινωνία. Η επιλογή του να υποστηρίξει την ουδετερότητα της χώρας δεν υπαγορεύθηκε από παθητικότητα, αλλά από την πεποίθηση ότι η Ελλάδα όφειλε να διαφυλάξει την εθνική της κυριαρχία απέναντι στις πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.
Η αντιπαράθεσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο υπήρξε σφοδρή και καθοριστική, συμβάλλοντας στη γέννηση του Εθνικού Διχασμού ενός τραύματος που θα συνοδεύσει την ελληνική πολιτική ζωή για δεκαετίες για να μην πω μέχρι και σήμερα.
Μετά τις πολιτικές διώξεις και τις περιόδους εξορίας, ο Γούναρης αναδεικνύεται σε ηγετική φυσιογνωμία του αντιβενιζελικού χώρου. Ιδρύει το Κόμμα των Εθνικοφρόνων, το οποίο μετεξελίσσεται στο Λαϊκό Κόμμα, συγκροτώντας την πρώτη συνεκτική δεξιά πολιτική παράταξη της χώρας. Η παράταξη αυτή θα διαμορφώσει καθοριστικά τον ελληνικό πολιτικό βίο του Μεσοπολέμου.
Το 1921, ο Δημήτριος Γούναρης επανέρχεται στην πρωθυπουργία σε συνθήκες εξαιρετικά δυσμενείς. Η Μικρασιατική Εκστρατεία είχε ήδη εισέλθει σε κρίσιμη φάση, ο στρατός ήταν εξαντλημένος και η διεθνής στήριξη ασταθής. Παρά τις προσπάθειες διπλωματικής διεξόδου και αναζήτησης πολιτικής λύσης, η κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922 θα οδηγήσει την Ελλάδα στη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία της νεότερης ιστορίας της.
Μετά το στρατιωτικό κίνημα που ακολούθησε, ο Γούναρης συλλαμβάνεται βαριά άρρωστος από τύφο. Η λεγόμενη «Δίκη των Έξι» υπήρξε προϊόν ενός εκρηκτικού κλίματος οργής και αναζήτησης ενόχων. Παρά την εξαιρετικά επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας του, οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα και εκτελείται στο Γουδί στις 15 Νοεμβρίου 1922.
Η ιστορία θα χρειαστεί σχεδόν ένα αιώνα για να επανεξετάσει τα γεγονότα. Το 2010, ο Άρειος Πάγος “ακύρωσε” τις καταδικαστικές αποφάσεις, αναγνωρίζοντας εν μέρει την ιστορική και νομική αδικία.
Η ιστορία σπανίως απονέμει δικαιοσύνη τη στιγμή που τα γεγονότα εκτυλίσσονται. Συνήθως αποσύρεται, αφήνοντας τα πάθη να καταλαγιάσουν, και επιστρέφει αργότερα, όταν η κρίση μπορεί να γίνει με μέτρο. Στην περίπτωση του Δημητρίου Γούναρη, η απόσταση του χρόνου επιτρέπει μια νηφάλια αποτίμηση όχι μόνο του προσώπου, αλλά και της εποχής που τον γέννησε και τον κατέστησε τραγικό πρωταγωνιστή.
Η πορεία του αναδεικνύει την πολιτική ως πεδίο ευθύνης και όχι ευκολίας. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε στιγμές εθνικής δοκιμασίας δεν κρίνονται πάντοτε με δικαιοσύνη από το παρόν, αλλά αξιολογούνται αυστηρά από το μέλλον. Όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε ηθική εξόντωση, τότε η ήττα παύει να είναι μόνο εθνική και καθίσταται βαθύτατα θεσμική.
Η σύγχρονη Ελλάδα, σε ένα διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας και πιέσεων, καλείται να αντλήσει από την ιστορία της όχι μόνο πρόσωπα προς εξιδανίκευση, αλλά και παραδείγματα προς περίσκεψη. Η μνήμη του Δημητρίου Γούναρη λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η δημοκρατία δοκιμάζεται περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τις αποτυχίες της, παρά στις στιγμές της επιτυχίας.
Ίσως, τελικά, το ουσιαστικότερο νόημα της ανάμνησης του να μην είναι η δικαίωση ενός πολιτικού, αλλά η καλλιέργεια ιστορικής συνείδησης. Διότι τα έθνη που μαθαίνουν να θυμούνται χωρίς πάθος και να κρίνουν χωρίς εκδικητικότητα είναι εκείνα που μπορούν να προχωρούν μπροστά χωρίς να επαναλαμβάνουν τα ίδια τραύματα.
Αιωνία η μνήμη του!!
✍ Στυλ. Καβάζης
ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
Στις 15 Νοεμβρίου του 1922 οι πρώην πρωθυπουργοί Δημήτριος Γούναρης ,Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Θεοτόκης ,οι υπουργοί Νικόλαος Στράτος, Γεώργιος Μπαλτατζής και ο αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζηανέστης εκτελούνται στο Γουδί, λίγες μόλις ώρες μετά την έκδοση της απόφασης της δίκης των θεωρουμένων πρωταιτίων της Μικρασιατικής καταστροφής.
Η μοναδική περιουσία που άφησε ο Γούναρης στον ανιψιό του (δεν είχε δική του οικογένεια) ήταν η φιλντισένια πίπα του και λίγες χιλιάδες δραχμές για τα έξοδα της κηδείας του.

Ο ιστορικός Τ. Βουρνάς θεωρεί ότι η κατηγορία της ενσυνείδητης προδοσίας δεν ευσταθεί. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετέπειτα συμφώνησε στο ότι «δὲν δύναται νὰ κατηγορηθοῦν διὰ πρᾶξιν προδοσίας τῆς Πατρίδος» ενώ ο Θεόδωρος Πάγκαλος είπε ότι «ὑπῆρξαν μοιραῖα καί ἀναγκαῖα θύματα εἰς τὸν βωμὸν τῆς Πατρίδος». Και ο ίδιος ο Νικόλαος Πλαστήρας φέρεται να μετάνιωσε αργότερα σύμφωνα με μαρτυρία φίλου του. Ο Βρεταννός πρέσβης Λίντλη, ο οποίος είχε επισκεφθεί τον Πλαστήρα, κατά μαρτυρία του ίδιου του Πλαστήρα, και του ζήτησε να παρέμβει για να ματαιώσει τη δίκη ή να πιέσει τους στρατοδίκες να εκδώσουν αθωωτική απόφαση, χαρακτήρισε τη δίκη των έξι αληθινή φάρσα ενώ ο Ολλανδός ομόλογός του ένα είδος θεατρικής παράστασης.
Ο ιστορικός Θάνος Βερέμης υποστηρίζει στο έργο του «Οι επεμβάσεις του στρατού στην ελληνική πολιτική» ότι η δίκη των έξι εντασσόταν στις προσπάθειες των στρατιωτικών κύκλων να μετακυλήσουν αλλού τις ευθύνες της καταστροφής, ενώ ο Γεώργιος Ζορμπάς, επίτιμος αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου και πρόεδρος της Αρχής Καταπολέμησης Βρώμικου Χρήματος, αναφερόμενος στο νομικό πλαίσιο της δίκης είπε: «Το στρατοδικείο και η ενώπιον αυτού διαδικασία καταπάτησε στοιχειώδη υπερασπιστικά δικαιώματα των κατηγορουμένων».


