Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Γεννημένος στα Ψαρά το 1793, ο Κωνσταντίνος Κανάρης υπήρξε ξεκάθαρα μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Από τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης, η ανδρεία του και η πίστη του στον Θεό τον ανέδειξαν σε σύμβολο θάρρους και αυτοθυσίας. Οι συμπατριώτες του, αρχικά διστακτικοί να αναθέσουν στον «ήσυχο» Κανάρη τη ριψοκίνδυνη αποστολή της Χίου, σύντομα γνώρισαν τη δύναμη του πνεύματος του, όταν με ακατάβλητο θάρρος και με πίστη στα θεία, οργάνωσε και εκτέλεσε μια από τις πιο ηρωικές επιχειρήσεις της ναυτικής ιστορίας.
Στις 6 προς 7 Ιουνίου 1822, τα πυρπολικά του Κανάρη και του Ανδρέα Πιπίνου πλησίασαν νυχτιάτικα τη ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου, τη «Μπουρλότα-σαϊμάζι», που φρουρούσε ο αδίστακτος Καρά Αλής, υπεύθυνος για τη σφαγή των κατοίκων και την καταστροφή της Χίου. Μέσα στο σκοτάδι, με την καρδιά γεμάτη θάρρος και την ψυχή προσηλωμένη στον Θεό, ο Κανάρης έδωσε την εντολή: «Τον σταυρόν σας και ρίξτε τους γάντζους!» Το πυρπολικό του προσέγγισε τη ναυαρχίδα, και λίγη ώρα μετά, η φωτιά και η καταστροφή σκόρπισαν πανικό στους Τούρκους. Η νίκη ήταν ολοκληρωτική και θριαμβευτική, αλλά για τον Κανάρη, η πρώτη του μέριμνα δεν ήταν η δόξα. Αντίθετα, ανηφόρισε ασκεπής προς τον Άγιο Νικόλαο, να ευχαριστήσει τον Θεό για την επιτυχία, όπως θα έκανε πάντα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.
Η πίστη του Κανάρη δεν ήταν τυπική αλλά ζωντανή και καθημερινή πρακτική. Πριν από κάθε ναυμαχία, οργάνωνε εξιλασμό του πληρώματος, φροντίζοντας οι ναύτες να εξομολογούνται και να κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων. Η ευλάβεια, η σεμνότητα και ο σεβασμός προς τους ιερείς ήταν χαρακτηριστικά που διαποτίζουν κάθε στιγμή της ζωής του. Ακόμη και στα γεράματα, τηρούσε νηστείες και επέλεγε να κοινωνεί συχνά, τιμώντας την Εκκλησία και την παράδοση των προγόνων του.
Η στρατηγική του ικανότητα αναδείχθηκε και στην αποστολή κατά του Αιγυπτιακού στόλου στην Αλεξάνδρεια το 1825. Παρά την τολμηρή προσπάθεια και την ετοιμότητα των πυρπολικών, οι ανέμοι της θάλασσας δεν “υπάκουσαν”, και η επιχείρηση δεν ολοκληρώθηκε. Ωστόσο, η ψυχραιμία, η διορατικότητα και η ηρωική στάση του Κανάρη, όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο και διασώθηκε μαζί με τους άνδρες του, απέδειξαν ότι η γενναιότητα δεν μετριέται μόνο με τις νίκες, αλλά και με την αξιοπρέπεια και την υπευθυνότητα του ηγέτη.
Η συνεισφορά του όμως δεν περιορίστηκε στη μόνο στη ναυτική ηρωική δράση. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ο Κανάρης συνδέθηκε στενά με τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και υπήρξε από τους λίγους αγωνιστές που τον στήριξαν στα δύσκολα, σε αντίθεση με άλλες σημαντικές μορφές της Επανάστασης, όπως ο Κουντουριώτης, ο Μαυρομιχάλης, ο Μιαούλης κ.ο.κ., που είχαν έντονη συγκρουσιακή στάση απέναντι του με τα τραγικά συνεπακόλουθα που όλοι γνωρίζουμε. Ο Κανάρης συμμερίστηκε τις προσπάθειες του Καποδίστρια για την οργάνωση του στρατού και του στόλου, ενώ η βαθιά ηθική του ακεραιότητα και η πίστη του αποτέλεσαν πρότυπο για τη νέα ελληνική διοίκηση. Παρά τις πολιτικές συγκρούσεις της εποχής, παρέμεινε πιστός στην ιδέα της ενότητας του Έθνους και στην αξιοπρέπεια που ο Καποδίστριας ήθελε να εμφυσήσει στο κράτος, αποτελώντας γέφυρα ανάμεσα στο Αγωνιστικό και στο Κυβερνητικό έργο.
Ο Κανάρης υπηρέτησε την Ελλάδα και στην πολιτική, αναλαμβάνοντας πέντε φορές το αξίωμα του πρωθυπουργού, σε κρίσιμες και προβληματικές περιόδους: 1844, 1848-49, 1864, 1864-65 και 1877. Κατά τη διάρκεια της Μεσοβασιλείας και της κρίσης του 1877, απέδειξε ότι η ηγεσία δεν είναι θέμα τίτλων αλλά αρετών θάρρους, εντιμότητας, διορατικότητας και ακλόνητης πίστης.
Ο Κωνσταντίνος Κανάρης πέθανε στις 2 Σεπτεμβρίου 1877. Αλλά η κληρονομιά του παραμένει αθάνατη, ο ήρωας που έβαλε φωτιά στον εχθρό και φλόγισε τις ψυχές των συμπατριωτών του με θάρρος και πίστη, ο πολιτικός που δίδαξε την αρετή και την ευθύνη, ο άνθρωπος που σε κάθε στιγμή της ζωής του έδινε τιμή στον Θεό, στην Ελλάδα και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Ο Κανάρης παραμένει αιώνιος, φάρος ηρωισμού και ηγεσίας, πρότυπο για κάθε γενιά, ο πυρπολητής της ελευθερίας, ο σεβάσμιος ναύαρχος και ένας από τους αληθινός ηγέτες του Ελληνικού Έθνους!
✍ Στυλ. Καβάζης
ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ
Γράφει ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (ο ξάδελφος του Αγίου των γραμμάτων Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και κατόπιν μοναχός Ανδρόνικος), σε άρθρο του στο περιοδικό «Οι Τρεις Ιεράρχαι» (φύλλο 606/1925), για τον αρχιμπουρλοτιέρη του αγώνα (αλλά και του μοναδικού Έλληνα πρωθυπουργού, που επί των ημερών του η Βουλή ψηφίζει ή αναθεωρεί το Σύνταγμα της Ελλάδας δυο φορές, το 1844 και το 1864) τον Κωσταντή Κανάρη, επεισόδια πραγματικά αξιοθαύμαστα:
«Διηγούνται ότι ο Ναύαρχος πιστός τηρητής των νηστειών της Εκκλησίας, μίαν Τεσσαρακοστήν ησθένησεν. Ο δε ιατρός διέταξε να καταλύση χάριν της υγείας του, ζωμόν ή γάλα…
– Αδύνατον! Ηρνήθη ο Ναύαρχος.
– Μα είναι ανάγκη! Ολίγον ζωμόν, επέμενεν ο ιατρός Ορφανίδης.
– Άλλο τίποτε φαγητόν ξεύρετε; Ηρώτησεν επιμένων ο Ναύαρχος.
Τότε ο Ορφανίδης ενθυμήθη το κακάον και συγκατέβη να πίη από αυτό ο Ναύαρχος.
-Τώρα μάλιστα, υπέλαβεν ο Ναύαρχος. Τώρα σας ακούω. Και κατέλυσε την νηστείαν πίνων κακάο.
Εις τας ιεροτελεστίας επροτιμούσε πάντοτε τον μακαρίτην παπα-Χαρίλαον, έναν πολύ σεβάσμιον εφημέριον της Ζωοδόχου Πηγής, όστις μετά δικαίας υπερηφανείας μου το έλεγε. Με προτιμούσε πάντοτε ο Ναύαρχος, διότι έλεγον καθαρά τας ευχάς και το Ευαγγέλιον πολύ καθαρά χωρίς τερετισμούς. Εις τούτον λοιπόν τον καλόν εφημέριον διηγείτο ο Ναύαρχος, ότι προ πάσης ναυτικής του πράξεως, κατά τον μακρόν αγώνα της Επαναστάσεως, προ πάσης ναυμαχίας, συνήθιζε να διατάσση γενικόν εξιλασμόν εις το πλήρωμά του. Την παραμονήν της ναυμαχίας εξομολογούμενοι όλοι οι ναύται του, μετελάμβανον των Αχράντων Μυστηρίων, ηγουμένου του ενδόξου Πυρπολητού, όστις τότε με ακατάβλητον θάρρος προέβαινε κατά του εχθρικού στόλου, βέβαιος περί της επιτυχίας. Και δεν απετύγχανεν. Ετίμα δε υπερβαλλόντως το ιερατείον ο Ναύαρχος. Μετά την Θείαν Λειτουργίαν, δεν εξήρχετο του ναού, πριν συμπληρώση τας τελευταίας του ευχάς ο ιερεύς, αλλ’ επερίμενεν εν τω στασιδίω του, έως ου αποδυθή ο ιερεύς τα ιερά άμφια, και τότε ηγουμένου του λειτουργού του Υψίστου ηκολούθει ο ναύαρχος, και ανήρχοντο εις την δροσερήν έπαυλιν, να λάβουν τον συνήθη καφέ μετά γλυκού. Εις μίαν δε Κυριακήν η υπηρέτρια αφηρημένη παρουσίασε τον δίσκον πρώτον εις τον ναύαρχον, εις τον κύριόν της, ούτω κρίνασα, αλλ΄ ο ευγενέστατος ναύαρχος σταματήσας αυτήν, λέγει μετά γλυκείας πραότητος.
– Καϋμένη! Πόσον έσφαλες! Εις τον Λειτουργόν του Υψίστου πρώτα να πας! Εις τον Λειτουργόν!
Και έδειξε τον παπα-Χαρίλαον με την δεξιάν του».
Μια σπουδαία μορφή του Ελληνικού έθνους που ξεπερνά τον χρόνο. Νηστείες ο Κανάρης. Θεία Κοινωνία ο Κανάρης. Σεβασμός στους απλούς ιερείς. Και όμως, υπήρξε πέντε φορές πρωθυπουργός. Η σύγκριση με τη σημερινή ηγεσία μόνο θλίψη και θυμηδία μπορεί να προκαλέσει στην καλύτερη των περιπτώσεων. Σε μια εποχή που περισσεύουν τα αξιώματα και λείπουν οι αρετές, ο Κανάρης μάς δείχνει πώς πρέπει να μοιάζει ένας πραγματικός ηγέτης.

Η σύγκρουση Μιαούλη – Κανάρη.
Όταν έγινε γνωστή στο Ναύπλιο η ανταρσία των «Συνταγματικών», ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Κανάρη την αρχηγία του Στόλου και τον διέταξε να καταστείλει την ανταρσία. Στην Ύδρα συνεδρίασε η «Συνταγματική Επιτροπή» στο σπίτι του Μιαούλη παρουσία και του Μαυροκορδάτου. Γράφει ο Κασομούλης: «Συλλογιζόμενοι σοβαρώς οι πρόκριτοι τι να αποφασίσουν και σκυθρωπιάζοντες, ο Μαυροκορδάτος παρουσιάσας εν γράμμα ενός φίλου του από Ναύπλιον τους λέγει ότι το μόνον σωτήριον ήτον δι αυτούς να καταλάβουν τα εις τον Πόρον πολεμικά πλοία».
Η πρόταση του Μαυροκορδάτου έγινε δεκτή. Ο Κριεζής κατέλαβε τη ναυαρχίδα ενώ ο Μιαούλης, ο Σαχτούρης κι ο Σαχίνης τα υπόλοιπα πλοία εκτός της κορβέτας «Νήσος των Σπετσών» που κυβερνούσε ο Κανάρης. Με μεσολάβηση του Σαχτούρη θα γίνει συνάντηση Μιαούλη – Κανάρη. Η περιγραφή της δραματικής συνάντησης, από δύο διαφορετικές πηγές, είναι χαρακτηριστική:
Ο Ευαγγελίδης: «Ο Μιαούλης μετεχειρίσθη πάσαν δυνατήν πειστικήν τέχνην όπως προσεταιρισθή υπέρ της συνταγματικής μερίδος τον έτερον ήρωα Κ. Κανάρη… Εις μάτην όμως. Ο γενναίος Ψαριανός προσέκειτο τω Κυβερνήτη μεθ’ όλης της αφοσιώσεως εντίμου ψυχής»
Ο Υδραίος Κριεζής: «Εβάσταξεν ο κανάγιας (σ.σ. ο Κανάρης…) και πάντοτε με πονηρίαν εζητούσε να τους φύγη. Τον επαρακαλούσαν ο Μαυροκορδάτος ο Μιαούλης δια να γυρίση μαζί τους και δεν εστάθη τρόπος».
Ο Μιαούλης θα θέσει υπό περιορισμό τον Κανάρη, ο οποίος όμως θα διαφύγει στην Αίγινα. Για να έχουμε μια καλύτερη εικόνα της όξυνσης των πνευμάτων, ας δούμε τι γράφει παρακάτω ο Κριεζής: «Είχε διορίσει ο Καποδίστριας ναύαρχον τον καπετάν Αντρούτσον από Σπέτσας, τον Κανάρην και άλλους όπου τον Τούρκον δεν τον είδον και τώρα είναι ναύαρχοι και πιλαφτσήδες…. Οι χέστηδες Σπετσιώτες και Ψαριανοί δεν είχον ψυχήν να σιμώσουν τους Γιγαντιαίους Υδραίους». Σε μια εμφύλια διαμάχη δεν υπάρχουν όρια, να γράφεις όμως «Απομνημονέυματα» και να λες πως ο Κανάρης δεν είχε «δει» Τούρκο… ε, λογικά σε κάνει άγαλμα το Ελληνικό κράτος!

