Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης.

Η εικόνα στο Μικρό Μοναστήρι Χαλκηδόνας δεν είναι απλώς ένα σπαρακτικό στιγμιότυπο οικογενειακής θλίψης. Είναι η ζωντανή απόδειξη της καταστροφής που έχει υποστεί η ελληνική ύπαιθρος. 450 πρόβατα της φυλής Ρουμλουκίου μια από τις τελευταίες καθαρόαιμες ελληνικές ράτσες αφανίζεται, και μαζί τους αφανίζεται ένα κομμάτι της ιστορίας και της παραγωγικής μας ταυτότητας.
Ο κτηνοτρόφος που λύγισε και πλέον βρίσκεται στο νοσοκομείο με εγκεφαλικό, η οικογένεια που είδε το βιός της να καταστρέφεται μπροστά στα μάτια της, δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Είναι τα θύματα ενός συστήματος που έχει μετατρέψει τους ανθρώπους που παράγουν τροφή, σε αναλώσιμα εξαρτήματα μιας χώρας, που δεν ξέρει και προφανώς δεν θέλει πια να θρέφει τον εαυτό της.
Η Ελλάδα που κάποτε παρήγαγε περισσότερα από όσα χρειαζόταν, σήμερα επιβιώνει με εισαγωγές, πατάτες από την Αίγυπτο, φασόλια από την Κίνα, μοσχάρια από την Ολλανδία, χοιρινά από τη Βουλγαρία, αρνιά από τη Νέα Ζηλανδία. Η χώρα που γέννησε τους δικούς της κτηνοτρόφους και αγρότες, που δημιούργησε παραδόσεις αιώνων, τώρα έχει παραδοθεί στις αγορές και στις εισαγωγές. Δεν μας υποδούλωσαν με ξίφη όπως οι Οθωμανοί αλλά μας υπέταξαν με τιμές, δελτία εισαγωγών και πολιτικές που αντιμετωπίζουν την παραγωγή ως κόστος και όχι ως εθνικό πλούτο.
Κι όσο οι πολιτικές αυτές συνεχίζονται, η αιμορραγία της υπαίθρου γίνεται ανεξέλεγκτη: κλείνουν φάρμες, ερημώνουν χωράφια, οι νέοι φεύγουν, και αυτοί που μένουν καταρρέουν υπό το βάρος της απώλειας, όπως ο κτηνοτρόφος του Μικρού Μοναστηρίου, που βρέθηκε στο νοσοκομείο από την αγωνία για το κοπάδι του.
Αυτή δεν είναι απλώς αδράνεια. Είναι πολιτική επιλογή, επιλογή που διαλύει την παραγωγή, που αφήνει τους ανθρώπους να υποφέρουν, που προτιμά ξένα προϊόντα αντί της δικής μας γης και όσο εμείς παρακολουθούμε αμέτοχοι, τόσο η Ελλάδα πλησιάζει το χείλος της δικής της κατάρρευσης.
Η θανάτωση του τελευταίου κοπαδιού της αυτόχθονης φυλής Ρουμλουκιού δεν είναι η είδηση των ημερών. Η είδηση είναι η κραυγή μιας χώρας που έχει φτάσει στο όριο ανθρώπων, υπαίθρου, παραγωγής και παράδοσης. Αν συνεχίσουμε να αγνοούμε αυτή την κραυγή, το μέλλον δεν θα ανήκει σε εμάς θα ανήκει αποκλειστικά στις εισαγωγές και στα συμφέροντα των πολυεθνικών που τις ελέγχουν.
Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να ξαναγίνει αυτάρκης. Να στηρίξει την ύπαιθρο της, να προστατεύσει τους ανθρώπους που παράγουν τροφή και να ξαναδώσει ζωή στα χωράφια και στις φάρμες της. Η σιωπή μας σήμερα σημαίνει απώλεια για αύριο. Κι η χώρα που δεν προστατεύει τους παραγωγούς της, δεν προστατεύει κανέναν.
Η θλίψη του Μικρού Μοναστηρίου είναι η προειδοποίηση. Η Ελλάδα αιμορραγεί ακατάσχετα και εμείς κοιμόμαστε τον ύπνο του “άδικου”. Για πόσο ακόμη άραγε; Πόσο θα αντέξει η ψυχή της χώρας μας πριν σβήσει οριστικά;
✍ Στυλ. Καβάζης

